A Stranger's Thoughts

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2024

Σαράντα Αναπνοές

 

A Stranger's Thoughts - Σαράντα Αναπνοές


Πως ανασύρεις τον πόνο

για να ποτίσεις τη σκέψη

και να θυμηθείς

πως νιώθεις στην απώλεια,

πως ζεις και πως πεθαίνεις,

πως στα πόδια σου βαστιέσαι ξανά

και πως πάλι ξεκινάς;

 

Γιατί νεκρούς εαυτούς θες να ξεθάψεις

σε σκοτεινά δρομάκια μαζί τους να σταθείς

να σου μιλήσουν για το χθες;

Τα ίδια λάθη σου ζητάς να γράψεις σε σειρές. 

Εντέλει, να τους αποδεχτείς γυρεύεις

και φιλικά να τους ξεπροβοδίσεις·

μια ματιά μήπως και κλέψεις από το αύριο.

 

Βουτιά στις αναμνήσεις έκαμες

και στης ψυχής σου την Άβυσσο,

στις πιο βουβές γωνιές

να βρεις μια αλήθεια αναζήτησες

που δεν ήξερες πως μοιάζει.

Σαράντα αναπνοές μετά

ο κόσμος έγινε μια φυλακή.

 

Και μια γριά κοκόνα τα χείλη σου δάγκωσε 

λίγο από το αίμα σου για να γευτεί

στον έρωτα να σε αποπλανήσει,

γοητεύοντας σε με ιστορίες παλιές,

ένδοξες του κορμιού της.

Με τους δικούς της παλιούς εαυτούς

προσπάθησε να σε σαγηνέψει.

 

Στα φιλιά της το πρόσωπό σου απέστρεψες  

και πόνο άλλο δεν ήθελες,

όπως το περίσσιο νερό που το φυτό σαπίζει,

δηλητήριο για τη ψυχή μη γίνει.

Σε έναν καθρέφτη στάθηκες μπροστά,

στον ένα σου εαυτό,

να δει του υπόλοιπους. 



Κυριακή 25 Αυγούστου 2024

Γριές Πόρνες στις Κάννες

 

Γριές Πόρνες στις Κάννες - Stranger's Thoughts


Νέοι ένοικοι του καπιταλισμού.

 

Σε μια πόρτα ανάμεσα από λάντζες ξύπνησαν

Εφήμεροι ιδιοκτήτες του αδιέξοδου.

 

Σε ουρές για μια μπουκιά πλαστικό φαΐ στάθηκαν

Με τσέπες αδειανές, τσακισμένες από το κυνήγι της ψευδαίσθησης

Για μια ζωή γεμάτη, πλούσια, αξιολάτρευτη!

 

Με το πρόσωπο να αγναντεύει το κενό

Και τη ματιά τους αδειανή περισσότερο και από τις τσέπες τους.

Μια ημέρα χαμένη, βουβή από αξία

Στο κόκκινο χαλί.

 

Και η Μαργαρίτα από απόσταση να τους κοιτάζει.



Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

Ένας Χωρισμός Μόνιμος

 


Ο  πιο δύσκολος χωρισμός ήσουν πάντα εσύ,

τελικά.

Μόνιμος και ατέρμονος.

 

Φανερός στις κρυμμένες μου σκέψεις.  

Φανερός σαν τις ελιές σε εκείνο το καλτσόνε στα δύο, στη Βικτώρια.

Στο διαφορετικό αγαπημένο χρώμα.

Στη μουσική και στα βιβλία.

Στα παιχνίδια μας.

 

Κρυμμένος στα διπλανά κρεβάτια.

Στον εξοστρακισμό στην κουζίνα και στο σαλόνι για να σκεφτείς χωρίς περισπασμούς.

Στο -άκια στο τέλος, στο στόμα των οικείων μας.

Στις αμέτρητες διαδρομές προς το σπίτι.

Στα κοινά πάρτυ με τα μονά δώρα και τις αμήχανες συνειδητοποιήσεις.

Στις χαζές ερωτήσεις στο τι ζώδιο είσαι.

Στις ακόμα πιο χαζές για το πόσο είσαι.

Στο τραίνο του γυρισμού από τη Θεσσαλονίκη.

Στην περιφρόνηση των επιλογών μου. Στο άγχος σου γι’ αυτές που έκανα. Στην κριτική τους.

Στους τσακωμούς, στις αγκαλιές.

 

Φανερός στα δεκαοκτώ.

Κρυμμένος στα τριάντα οκτώ.

Στους ανθρώπους που μιλήσαμε.

Σ’ αυτούς που καταλήξαμε.  

Σ’ αυτά που συμφωνούμε και σ’ αυτά που διαφωνούμε.

Σ’ αυτά που πάντα διαφωνούσαμε.

 

Στη μπλούζα που θα φορέσω.

Στα μαλλιά μου.

Στα παπούτσια μου.

Στη στάση του κορμιού μου.

Στις κουβέντες μου.

Στις σκέψεις μου.

Σε εμένα, σε εσένα, σε εμάς.

 

Έλα, χώρισε την κατάληξη από το όνομα.


Πέμπτη 4 Αυγούστου 2022

Ο Σίσυφος


 

Ο Σίσυφος, του Αιόλου γιος, κι αυτός της Ορσηίδας 

Με μάνα, του Διήμαχου την κόρη Εναρέτη

"Κρυφός" πατέρας ήτανε του έξυπνου Οδυσσέα.

Την κόρη του Αυτόλυκου, γυναίκα του Λαέρτη

Τη νεαρή Αντίκλεια, που έσφυζε από χάρη

Μια μέρα αποπλάνησε, εκδίκηση να πάρει

Απ’ τον ληστή πατέρα της που λόγο δεν εκράτη.

Και αφού την εξελόγιασε και πλάγιασε μαζί της

Συνήθως όπως γίνεται, σαν πέρασαν οι μήνες

Το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά γραφτό ήτανε να πέσει

Πανούργος βγήκε κι Οδυσσεύς που νίκησε στην Τροία.

 

Παράδοξο αν φαίνεται η σύγκριση θα δείξει[1]

Με τα λοιπά καμώματα του εύστροφου Σισύφου.

Ευθύς λοιπόν θα διηγηθώ του Σίσυφου τις πράξεις

Και θα’ ναι πια στη κρίση σας ελεύθερα να πείτε

Αν ήτανε παράλογος, τρελός ή και κουτός[2]

Που στων Θεών τις προσταγές υπάκουος δεν ήταν.

 

Ο Βασιλιάς των ουρανών και όλων των πλασμάτων

Ο Δίας, που διαφέντευε την τύχη των ανθρώπων

Ό,τι ποθούσε έπαιρνε πολλές φορές με βία

Κι έτσι μια νύχτα έκλεψε την κόρη του Ασώπου.

Με αετού μορφή, ψηλά, για ώρες καρτερούσε

Μονάχη όταν έμεινε βουτάει και την αρπάζει

Και στου Αιγαίου τα νησιά ανάμεσα την βάζει.

Ο Ασωπός λαχτάρησε σαν κάθε άλλος πατέρας

Και στράφηκε στο Σίσυφο για να τα βγάλει εις πέρας

Γονυπετής του έταξε ό,τι ήθελε ζητήσει.

Την Αίγινα, ο Σίσυφος ορκίστη να επιστρέψει

Μ’ αντάλλαγμα νερού πηγή συνέχεια ν’ αναβλύζει

Απ’ της Ακρόπολης, του Ασωπού, το φίλιο Κράτος

Ως της Κορίνθου τον Ισθμό την πόλη για να βρέχει.

Σαν το ’μαθε ο άρχοντας του όρους του Ολύμπου

Τον Σίσυφο φυλάκισε στη Γη να μην πατήσει

Μα εκείνος τον παράκουσε και κοίταξε να φύγει

Τον Άδη τον κατάμαυρο ξοπίσω του ν’ αφήσει.

Πανούργος όπως ήτανε τον Θάνατο γελάει

Και αλυσίδα του ‘βαλε σφιχτά να τον κρατάει.

Καθώς λοιπόν ο Θάνατος ήταν φυλακισμένος

Δεν είχε ούτε βοηθό στη θέση του ορίσει 

Κανείς δεν ήταν εύκαιρος ψυχές για να θερίσει.

Τα πτώματα πάνω στη Γη για μέρες παραμέναν

Κι ο Κέρβερος και ο Χάροντας άδικα περιμέναν.

Ο Δίας όταν άκουσε αυτό το ρεζιλίκι

Τον Άρη αμέσως πρόσταξε να πάει  να τον σκοτώσει

Και εντέλει έτσι έγινε και ο Σίσυφος φονεύθη.

Εκείνος όμως  ζήτησε στην όμορφη Μερόπη

Ταφή να μην του κάνουνε ωσότου της το γνέψει.

Στον κάτω κόσμο έφτασε σε γνώριμα λημέρια

Και αφού περιπλανήθηκε για λίγο και εθυμήθη

Τις όχθες του Αχέροντα και τα στενά του Άδη

Την Περσεφόνη αντάμωσε γλυκά παρακαλώντας

Και χάρη της εζήτησε μιαν άδεια να πάρει

Στον πάνω κόσμο ημέρες τρεις μονάχα να καθίσει

Και το κορμί του ως άρμοζε, στο χώμα να το θάψει.

Η Περσεφόνη δέχτηκε χωρίς να τον γνωρίζει

Και άδεια του έδωσε στη Γη για να γυρίσει.

Σαν πέρασε η άδεια χωρίς να επιστρέψει

Ο Δίας εξοργίστηκε και ζήτησε με μένος

Στον Άδη να τον φέρουνε οι φύλακες δεμένο

Και των θανούντων οι Κριτές απόφαση να πάρουν

Ο Σίσυφος απ’ τους Θεούς χωρίς κανένα οίκτο

Την ύβρη που διέπραξε με πόνο να πληρώσει.

Βαρύ φορτίο ορίσανε αιώνια να φέρει

Τεράστιο βράχο στρογγυλό με κόπο να ανεβάζει

Στην κορυφή ενός βουνού, ψηλού και ρημαγμένου

Μα όταν φτάνει στην κορφή, χωρίς καμιάν αιτία

Ο βράχος να ξεχύνεται ως του βουνού τη βάση.

Ατέρμονα ο Σίσυφος τον βράχο αυτόν τσουλάει

Την ύβρη που διέπραξε ποτέ να μη ξεχάσει

Παράδειγμα να γίνεται σε όλους του ανθρώπους

Ενάντια να μη σκέφτονται ποτέ να κινηθούνε

Σ’ αυτούς που διαφεντεύουνε την άμοιρη ζωή τους.

 

Και αφού σας διηγήθηκα αυτή την ιστορία

Μπροστά σας όλοι έχετε το παν από στοιχεία

Καλά λοιπόν διαβάστε τα και αν θέτε βοηθήστε

Σε μια ερώτηση μικρή απάντηση γυρεύω.

Παράλογος ποιος άνθρωπος λογίζεται και ποιος

Ο λογικός. Αυτός που το αιώνιο δεν αρνείται

Αλλά δεν κάνει τίποτα[3] στην Γη απλώς κινείται

Χωρίς καμιάν αντίρρηση απ’ όσους διοικείται;

Ή μήπως είναι ο Σίσυφος χωρίς τη λογική του

Που δέχεται το αιώνιο χωρίς να το ορίζει

Αλλά τα πάντα έκανε αιώνια να θυμίζει

Την άρνηση του να δεχτεί αφέντες και κυρίους;


Είναι συναρπαστικό το αλληγορικό νόημα όλων των μύθων της αρχαιότητας και πως ο σύγχρονος άνθρωπος τους αντιλαμβάνεται και τους χρησιμοποιεί. Είναι λοιπόν ο μύθος του Σίσυφου μια ιστορία τιμωρίας ή μια ιστορία πάλης; Είναι παράλογος αυτό ο μύθος λόγω του αποτελέσματος ή η λογική του να ζεις πραγματικά υπαγορεύει να το κάνεις με τρόπο που αντίκειται στα χρηστά ήθη και στα «λογικά» πλαίσια;

Προσφάτως αφαίρεσαν από το πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ το μνημείο «Pillar of Shame» για τη σφαγή στη πλατεία Τιεν Αν Μεν του Πεκίνο το 1989. Ένα μνημείο που αντικατοπτρίζει την ανθρώπινη φρικαλεότητα, ένα μνημείο παράλογης ανθρώπινης δράσης. Δε ξέρω αν οι επόμενες γενεές θα ξεχάσουν χωρίς τα μνημεία αλλά γι’ αυτό ίσως τελικά ο βράχος θα πρέπει να συνεχίσει να πέφτει ξανά και ξανά. 


[1] «Για το καθένα από αυτά ο παραλογισμός αρχίζει από τη σύγκριση» - Α.Καμύ (Ο Μύθος Του Σίσυφου – Σελ. 50/Παρ.1 – Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 2007)

[2] Δεκατέσσερις συλλαβές

[3] «Τι είναι πράγματι ο παράλογος άνθρωπος; Αυτός που, χωρίς ν’ αρνείται το αιώνιο, δεν κάτι τίποτα γι’ αυτό» - Α.Καμύ (Ο Μύθος Του Σίσυφου – Σελ. 95/Παρ.1 – Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 2007)


Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021

Προσοχή στα Τραίνα

 

Προσοχή στα Τραίνα - Stranger's Thoughts

Προσοχή στο δρόμο μη σε χτυπήσει κανένα αμάξι, άκουγα μια ζωή. Προσοχή στα τραίνα μη σε πατήσουν. Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας. Οδηγίες πολλές για το πώς να μην χάσω τη ζωή μου αλλά αισθητά λιγότερες οι συμβουλές για το πως πραγματικά θα τη ζήσω.

Σε κάθε διάβαση που στέκομαι πλέον, μου φαίνεται χαζό, που έμαθα να προσέχω τα τραίνα και τα αμάξια και όχι τους πεζούς. Στις γραμμές των τραίνων δε, κατέληξα να παρατηρώ το πως αναγράφονται τα τραίνα στις πινακίδες σήμανσης και όχι αν όντως περνούν.

«Θα είναι πέντε τα γράμματα ή θα είναι έξι;»

Εντέλει όμως, όπως και να τα γράψεις, το ίδιο προφέρονται, το ίδιο ακούγονται και οι ράγες θα είναι για πάντα το σημείο αναφοράς τους ή πιο σωστά, πολλά σημεία στη σειρά αλλά πάντα τα ίδια.

Στο μεταξύ, για τους πεζούς της διάβασης, κανένας δε μου είπε να τους προσέχω. Αδιαφορία, αυτό ήταν το σημείο αναφοράς μου απέναντί τους. Ακόμα και όταν απέκτησα αντίληψη ικανή να φιλτράρει την πληροφορία της ανθρώπινης παρουσίας, πάλι το κεφάλι κάτω έβαζα και με βιάση περνούσα τις γραμμές. Αντί να με προσπερνούν τα τραίνα, απλώς προσπερνούσα εγώ τους ανθρώπους.

Μια μέρα συνηθισμένη, με απορρόφησε ο παραπάνω συνειρμός περνώντας από την διάβαση στις γραμμές της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι να ανηφορίσω στις γειτονιές του Παγκρατίου και τις γεμάτες από κόσμο πλατείες του. Τόσος κόσμος που είναι δύσκολο να μην τον προσέξεις.

Σιγοτραγουδώντας την αλληλουχία των σκέψεων μου και περπατώντας στην πορεία που χαράζει η εμμονή του να γυρνάμε ξανά στα ίδια μέρη προσπάθησα να μυρίσω παλιές μου αναμνήσεις. Τα μάτια παίδευα με εικόνες μήπως χορτάσουν και αλλάξουν τον τρόπο που κοιτάζουν. Κοντοστάθηκα για μια στιγμή και αναρωτήθηκα αν και οι άνθρωποι όντως αλλάζουν.

Δε ξέρω αν χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να καταλήξεις σε κάποιο συμπέρασμα αλλά μετά από ένα παγωτό στην πλατεία Μεσολογγίου πραγματικά δεν μπορούσα να αποφασίσω. Υπάρχουν φορές που νιώθω ότι όπως και αν θελήσουμε να συστηθούμε, πάλι μια από τα ίδια είμαστε, στυλωμένοι και αμετακίνητοι στο πάντα δίκιο μας. Υπάρχουν και άλλες όμως που ναι μεν κρατάμε το ίδιο «όνομα» αλλά ο τρόπος που κοιτάζουμε και αντιμετωπίζουμε τη ζωή έχει μάλλον αλλάξει.

Και τι είναι τελικά αυτό που μας ωθεί να αλλάξουμε;

Η αιτία μπορεί να κρύβεται εκεί που αποφεύγουμε να ψάξουμε, εκεί που μάλλον τρομάζουμε σαν κοιτάζουμε για ώρα, στις σκοτεινές στιγμές μας. Περαστικοί στη ζωή μας την ίδια, αφήνουμε τα τραίνα να περνάνε το ένα μετά το άλλο από πάνω μας, χωρίς να μπορούμε να διαβούμε το μονοπάτι οποιασδήποτε επιλογής, με αίσθημα ασφάλειας.

Ναι, είναι δύσκολο να δεχτούμε τον εαυτό μας. Σίγουρα όμως γίνεται πιο εύκολο να σταματήσουμε να είμαστε αδιάφοροι για τους ανθρώπους που συναντάμε όταν μάθουμε το ποιοι πραγματικά είμαστε. Ίσως τελικά, κάποια στιγμή, είναι αναγκαίο να περάσουμε τη διάβαση χωρίς να κοιτάξουμε. Να ισοπεδώσουμε έτσι και να αφήσουμε πίσω, αξίες ανάξιες  που έχουμε ορίσει για ράγες στη ζωή μας.  

Δεν είμαι μηδενιστής και ούτε πιστεύω ότι πρέπει να τα αλλάζουμε όλα γύρω μας. Την επόμενη φορά όμως, θα ποντάρω στο μηδέν, να δω που θα με βγάλει.

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021

Πιστεύω

 

The Madman - A Stranger's Thoughts (Πιστεύω)

Δεν έχω πια σε τι να πιώ

Σε τι να χτυπήσω τον πάτο του ποτηριού μου στο τραπέζι

Και σε τι να το υψώσω

Πριν στα χείλη μου το βάλω

 

Οι αγάπες μίσεψαν

Και στον έρωτα πια δεν πιστεύω

Τους φίλους πάντρεψα

Και άλλους τους έθαψα

 

Απ’ την οικογένεια απαγκιστρώθηκα

Και αποκαθήλωσα τις αξίες της

Σταθερή δουλειά βρήκα

Και τους λογαριασμούς μου πληρώνω στην ώρα τους

 

Αυτά που ήταν να έρθουν

Τα πρόδωσα

Αυτά που θα έρθουν

Πια δεν με ενδιαφέρουν

 

Ταξίδια στα λόγια

Συναυλίες που ο ήχος τους ξεθώριασε

Όνειρα που ξύπνησαν

Συνειδητοποίηση, κύβος δίχως πλευρές

 

Ένας μπλε Τρελός έμεινε να μου κάνει συντροφιά

Δίπλα σε μια κίτρινη πολυθρόνα

Με τραγούδια χωρίς στίχους, κόκκινα

Σαν το κρασί μου

 

Στυφό, τα βράδια να μουδιάζει

Ζεστό, την καρδιά να κάμει απαλή

Το στόμα, του νου τη σκέψη να απαντά

«Μια Κοινωνία χωρίς Πίστη»


Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

Πότε στα παραμύθια πάψαμε να πιστεύουμε;

 

Πότε στα παραμύθια πάψαμε να πιστεύουμε

Γίνηκε η βία γύρω μας τόσο οικεία που οι δράκοι δε μας τρομάζουν.
Τους ήρωες κλείσαμε σε ένα κελί και πια κανέναν δεν περιμένουμε για να μας σώσει.
Πρέζα και σύριγγες στους δρόμους δεν μας ταράζουν.
Μας αποχαύνωσε η τηλεόραση, μήλο κανένας δεν χρειάζεται να κοιμηθεί.

Παλάτι κάνανε οι άστεγοι το χαρτόνι.
Τους άδειους τσίγκους βατράχι έντυσαν για να φιλήσεις.
Θαρρείς πως μίκρυναν, γινήκαν νάνοι.
Μιας και η Χιονάτη άλλαξε δρόμο μην της μιλήσεις.

Κάποιοι αποκρίθηκαν, πάντα πιστεύαμε σ’ αυτά, ποτέ δεν πάψαμε.
Ένας τραγούδησε, τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια ούτε και ψέμα.
Ήταν και εκείνοι που είχαν τους λόγους τους και δεν πιστέψανε ποτέ, ούτε και ψάξανε.
Πες μου μονάχα, πως να πουλήσει η ιστορία χωρίς μια στάλα αίμα;

Σε ένα πλανήτη μόνοι, πότε θα κατοικήσουμε;
Σ’ ένα φεγγάρι που η μοναξιά δε θα μας νοιάζει.
Και αν τριαντάφυλλο μάθουμε να φροντίζουμε.
Ίσως και η αγκαλιά να δίνεται σφιχτά.

Είναι βρεγμένου ευκαλύπτου η μυρωδιά.
Στις πρώτες εκείνες εκδρομές.
Τότε που άρχισες όνειρα να κάνεις, πέραν εκείνων που κάναμε παιδιά.
Τότε ξεκίνησαν και του μυαλού οι διαδρομές.

Και άρχισε ο νους να συλλογιέται πως δε σε πίστεψε ούτε η μάνα, μήτε ο πατέρας.
Και απαντήσεις βιάστηκες και εξηγήσεις βάλθηκες εσύ να δώσεις.
Ήταν και άλλοι, είπαν πως δεν τους κάνεις, λίγος πως ήσουν στο τέλος της μέρας.
Και ήταν και εκείνοι που σε απείλησαν μα δε κατάφεραν, πως να ενδώσεις;

Χοντρός αρχιλοχίας που το χαμόγελο ήθελε να σου κόψει.
Πέντε ημέρες φυλακή σου έταξε αν εαυτό δεν αρνηθείς.
Τη γύμνια της ψυχής του αλήθεια πως να την κρύψει;
Στο πρόσταγμά του αρνήθηκες ευθύς μπροστά του να σταθείς. .

Και στέκεις μόνος με ένα χαμόγελο αφελές.
Το άσπρο άτι να προσμένεις να φανεί.
Μιαν ιστορία που άκουσες προχθές.
Και η μυρωδιά του ευκαλύπτου που έχει πια τώρα χαθεί.


Photo: Thanasis Xenos

Αρχική δημοσίευση: https://www.nostimonimar.gr/pote-sta-paramithia-papsame-na-pistevoume/


Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2021

Με ένα βόλο στη τσέπη

 


«Ἐρημικά, σωπαίνουν,
πρωτογνώριστα μέρη,
οἱ σκάλες, τὰ δωμάτια.
Οὔτε κανεὶς πιὰ ξέρει
ἂν πάλι θ᾿ ἀνατείλουν
τὰ παιδικά σου μάτια.»

Κώστας Καρυωτάκης – Ωδή σ' ένα παιδάκι  

 

Μια σκέψη περίεργη τα βράδια, επιστρέφοντας σπίτι σε συντροφεύει τον τελευταίο καιρό. Πως φυλακή και καταφύγιο θα είναι για πάντα το παιδικό σου δωμάτιο.

Από το πατρικό σου όταν καμία φορά περνούσες, δειλά άνοιγες και έμπαινες να εξερευνήσεις το δωμάτιό σου το παλιό. Κανα δυο αναμνήσεις έβαζες στο κασετόφωνο του μυαλού να παίζουν πριν κλείσεις ξανά το φως.

Στο ξύλινο πάτωμα μπορούσες και διέκρινες καθαρά την μεσημεριανή αναστάτωση που προκαλούσαν οι πολύχρωμοι βόλοι σου όταν γλιστρούσαν νωρίτερα της ώρας τους από τις παλάμες σου. Ποτέ δε δέχτηκες πως το πλήγωναν αλλά πως ψίχουλα σμίλευες, το δρόμο σου να βρεις, αν κάποτε θελήσεις.

Μετρούσες επίσης με τούτο τον τρόπο, τα όρια των κοντινών σου ανθρώπων. Ανακάλυψες πόσους βόλους αντέχει το μεσημέρι της Κυριακής μέχρι να σπάσει. Έτσι κάπως έμαθες να μετράς και τους ανθρώπους. Ανυπόφορη γίνεται όμως η ζωή όταν τελικά επιλέγεις να είσαι με αυτούς που σου βγαίνουν απλώς «περισσότεροι».

Και όταν μετά από χρόνια σιχάθηκες να μετράς και η κόπωση της ενήλικης σκέψης καταβρόχθισε την καθημερινότητά σου, ήθελες απλώς, μόνον να νιώθεις.

Μια τελευταία φορά ψηλάφισες τα ψίχουλα σε εκείνο το πάτωμα καταλήγοντας στη γωνιά που είχες χαράξει μια μικρή, στραβή γραμμή, που μόνο αν πλησίαζες πολύ μπορούσες να τη δεις. Ήταν το κέντρο του κόσμου σου. Σε εκείνο το σημείο, αμέτρητες φορές είχε φυτέψει ο νους, σημαίες από τις κατακτήσεις και τους πλανήτες που κούρσευες. Κουλουριάστηκες εκεί και ανάσανες.

Αποκοιμήθηκες όπως όταν σκέπαζες ολόκληρο το κεφάλι σου και άφηνες μια μικρή τρύπα στην κουβέρτα, ίσα να παίρνεις λίγο αέρα. Σαν να έφτιαχνες κέλυφος ήταν. Προστάτευες τα όνειρά σου κανένας να μην στα αρπάξει. Να ξυπνήσεις το πρωί και να τα αραδιάσεις σε κάθε βήμα σου μπροστά.

Μα όταν ξύπνησες και ξεκουρνιάστηκες από εκείνη τη γωνιά, θυμήθηκες πως τελικά τα όνειρά σου είχες φυλακίσει σε αυτό το δωμάτιο. Ανάμεσα στις σελίδες βαρετών βιβλίων ξεθώριαζε μέρα με τη μέρα η φαντασία σου και τα σχέδιά σου για το πως θα μείνεις για πάντα παιδί.

Σηκώθηκες απότομα και σε ένα κουτί έκλεισες όλες τις αναμνήσεις σου μαζί με εκείνες τις στραβοφτιαγμένες χειροτεχνίες που είχες βγάλει για λίγο από το συρτάρι σου. Ποτέ δε σε στεναχώρησε που ήταν στραβές. Στραβά πως λόγιζες τον κόσμο σου προσάπτανε και πως ο δρόμος σου ευθύς πρέπει να είναι, ποτέ λοξά μη ρίχνεις τη ματιά σου μάθανε. Αυτό σε πλήγωνε περισσότερο, πως δεν πήρες τη ζωή όπως ήθελες, λοξά.

Τραβώντας πια μόνιμα πίσω την πόρτα, ένα βόλο μονάχα, βαθιά την τσέπη έβαλες να σου θυμίζει πως ποτέ δεν είναι αργά να κυνηγήσεις τα παιδικά σου όνειρα.

Να σου θυμίζει ότι πάντα θα υπάρχει ένα παιδί μέσα που θα προτιμάει να σπάει την ησχυχία της Κυριακής παρά να μένει σιωπηλό.


Photo: Thanasis Xenos

Αρχική δημοσίευση: https://cignialo.gr/me-ena-volo-sti-tsepi/


Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

Η Αισιοδοξία της Ασημαντότητας


Υπάρχει άραγε, οδηγός αισιοδοξίας;

Συμβουλές για το πώς να είμαστε αισιόδοξοι έχουμε ακούσει όλοι μας μια Κυριακή μεσημέρι από κάποιον φίλο. Oι συμβουλές όμως, σαν τα αρώματα, μυρίζουν διαφορετικά σε κάθε επιδερμίδα. Στα σκατά επίσης, δε μυρίζουν καθόλου. Τι να τις κάνεις λοιπόν τις συμβουλές αν η ζωή σου είναι σκατά;

Είναι η δεύτερη φορά που προσπαθώ να γράψω δυο λέξεις για την αισιοδοξία και η αλήθεια είναι ότι η σκέψη μου, αν και από άλλο μονοπάτι, καταλήγει ξανά στο θάνατο.

Την πρώτη φορά απέφυγα να βρω μια ευθεία απάντηση στο πως μπορώ να είμαι αισιόδοξος. Ξεκινώντας το συλλογισμό μου από το ότι ο θάνατος είναι η μόνη σταθερά στη ζωή μας, απλώς πέρασα τις λέξεις ένα ευχάριστο τυρκουάζ μανό. Κράτησε μονάχα μερικά εικοσιτετράωρα. Σε γενικές γραμμές, το νόημα ήταν, πως γνωρίζοντας ότι η ζωή θα τελειώσει κάποια στιγμή ας τη ζήσουμε ο καθένας με τον τρόπο του. Ας τη ζήσει ο καθένας όπως επιτάσσει ο προσωπικός του οδηγός ευτυχίας.

Στην προσπάθεια μου αυτή να ζήσω δηλαδή τη ζωή μου σύμφωνα με τα δικά μου θέλω, ύψωσα  για λάβαρο στην επανάσταση της καθημερινότητάς μου την φράση "στα αρχίδια μου". Ξεκίνησα λοιπόν να γράφω εκεί όλα όσα με ενοχλούσαν και με στρέσαραν. Τους μαλάκες στη δουλειά, τους μαλάκες στον δρόμο, τους  μαλάκες στις ουρές και φυσικά τον μαλάκα εαυτό μου και όσες μαλακίες έχω κάνει και νιώθω τύψεις. Έγραψα τελικά, τις τύψεις μου τις ίδιες.

Μετά από πολύ γράψιμο, ακατάσχετη βωμολοχία και απόλυτη αδιαφορία για το αγαπημένο είδος του μαλάκα, μπορώ να πω ότι ένιωσα αρκετά πιο ελαφρύς. Μα στο μεταξύ οι λέξεις ξέβαψαν και οι λέξεις γυμνές, πονάνε.

Πονάνε κυρίως,  δυστυχώς, όταν τις ξεστομίζεις ο ίδιος.

Γράφοντας κόσμο και κοσμάκη έφτασα στο άλλο άκρο. Εγωιστής και επιπόλαιος ξεκίνησα να ξαμολάω κουβέντες, απερίσκεπτα, χωρίς πολλές φορές αίσθηση αν πληγώνω κάποιον. Συνειδητοποίηση και αδιέξοδο. Μια από τα ίδια και νέα αναζήτηση αισιοδοξίας.

Άσχημο να φτάνεις στο άλλο άκρο αλλά όταν πια ξεκινήσεις την επιστροφή είναι αρκετά πιθανό να πέσεις επάνω σε αυτό που αρχικώς αναζητούσες. Δε είναι όμως πως βρήκα τον τρόπο να είμαι αισιόδοξος. Μου αρκούσε να καταλάβω πως τελικά ο εγωισμός μου με έκανε απαισιόδοξο.

Δεν μιλώ για  τον εγωισμό που σε πιάνει γιατί σε έχωσε ένας μαλάκας στη δουλειά. Ούτε για τον εγωισμό που σε ανάβει γιατί κάποιος σε έκλεισε στο δρόμο. Ούτε καν όταν σου παίρνουν τη θέση σου στην ουρά.  Είναι ο εγωισμός του να θεωρούμε τους εαυτούς μας αρκετά σημαντικούς σε αυτό τον κόσμο.

Ένας στα έξι δις αυτού του κόσμου είμαι απλώς σαν ένα μυρμήγκι στο μπαρ δίπλα στο ποτό μου. Ίσως αυτό να είναι και πιο σημαντικό ως συντροφιά. Και η ζωή μου, είναι ή δεν είναι σκατά, όταν θα τελειώσει, δύο το πολύ γενιές ανθρώπων, του στενού οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντός μου, θα κλάψουν. Οι υπόλοιποι δε θα καταλάβουν τίποτα.

Όταν λοιπόν συνειδητοποιήσουμε πως ο θάνατός μας δε θα σταματήσει την κίνηση της γης, τότε μάλλον θα καταλάβουμε ότι κάποια πράγματα είναι πραγματικά ασήμαντα για να σκάμε. Οι ίδιοι είμαστε ένα μικρό τίποτα για να λογίζεται μια θέση σε μια ούρα αρκετά σημαντική.

Η ζωή μας τελικά είναι πολύ μικρή και ασήμαντη για να είμαστε απαισιόδοξοι.  

Ας τη ζήσουμε, απλώς.

 

Photo: Thanasis Xenos

Αρχική δημοσίευση: https://cignialo.gr/i-aisiodoksia-tis-asimantotitas/

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

Νοσταλγία


Πόσους Θανάτους άραγε ζούμε

Και πόσες Ζωές θανατώνουμε

Γυρεύοντας μιαν αγάπη να νοσταλγήσουμε

Έστω μικρή


Αυτή που ανταμώσαμε 

Με θάνατο στο ζύγι ίση βγαίνει

Αυτή που λαχταρίσαμε 

Χαμόγελο, ένα, γέννησε πικρό


Και αν η ζωή είναι τρανή 

Ο έρως την έκανε χτικιό

Σαν να’ ναι γλέντι παντοτινό 

Μη γιορτινό 


Μισή αγάπη μου είπες ζούμε 

Όχι από πάθος μισερό 

Είναι που η σκέψη, τον έρωτα κάνει ζοφερό 

Κατάρα· ο έρως είναι τελικά, που πάντα νοσταλγούμε 



Photo: Thanasis Xenos

Αρχική δημοσίευση: https://cignialo.gr/nostalgia/




Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Το Τούνελ που ήξερε να μιλάει

 

Το Τούνελ που ήξερε να μιλάει
Do you ever get the feeling that you are missing the mark?

Μια φορά και έναν καιρό και δύο στιγμές πιο πέρα, ήταν ένα Τούνελ πολύ πολύ ξεχωριστό. Δεν ήταν μεγάλο, ούτε ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής ή κατασκευαστικής ομορφιάς και χάρης. Γύρω του είχε δέντρα αμέτρητα και θάμνους καταπράσινους μα αυτό όντας από τσιμέντο, ξένο φάνταζε ανάμεσα στης γης τα χώματα και τα χορτάρια. Η αλήθεια όμως ήταν πολύ διαφορετική.

Μικρό όπως ήταν, την μέρα οι ακτίνες του ήλιου έφταναν να ζεσταίνουν το εσωτερικό του και το βράδυ όταν όλα ήταν σκοτεινά το φεγγάρι το γέμιζε με φως. Σαν φυσούσε δε, η δροσιά της φύσης και οι μυρωδιές των λουλουδιών πλημύριζαν τα λίγα μέτρα του, σπιθαμή προς σπιθαμή. Μπορεί ακόμα κάποιος να προσθέσει πως ήταν γενικά ένα ήσυχο πέρασμα για λίγα αμάξια και πολύ λιγότερους πεζούς. Το Τούνελ αυτό όμως ήταν μοναδικό γιατί ήξερε να μιλάει!

Συνήθιζε να μιλάει κυρίως στα παιδιά χωρίς όμως να ξεχωρίζει τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Ίσως αυτό συνέβαινε διότι τα παιδιά ήταν τα ίδια πιο ανοιχτά και πρόθημα στο να συνομιλήσουν μαζί του παρά οι μεγαλύτεροι.  Ήταν όμως ντροπαλό και δεν άνοιγε την κουβέντα ποτέ πρώτο εκείνο αλλά περίμενε πάντα τους άλλους να μιλήσουν και μετά να απαντήσει.

Αν πάλι πέρναγε κάποιο αμάξι ή μηχανή κάνοντας φασαρία, γκρίνιαζε γιατί του χαλούσαν την ησυχία. Αν όμως περιδιαβαίνανε παρέες με γέλια και φωνές χαράς διασκέδαζε μαζί τους και με τις δικές του φωνές μπορούσε να τρομάξει όλα τα πουλιά στα δέντρα γύρω του και αυτά με τη δική τους σειρά κελαηδούσαν δυνατά, δημιουργώντας μια πανδαισία ήχων.

Τα πρώτα χρόνια ήταν πάντα πολύ ενεργό στις συζητήσεις και πρόθυμο να ακούσει όλους τους άλλους. Ήταν καλός ακροατής και ενθάρρυνε όλο τον κόσμο να μιλάει και να λέει τις σκέψεις του και πολύ περισσότερο τα σχέδια και τα όνειρά τους. Επίσης ήξερε πως καμία φορά, όσο παράξενο και αν φαίνεται, το μόνο που χρειαζόντουσαν οι συνομιλητές του ήταν απλώς να φωνάξουν και να βγάλουν από μέσα τους μια μόνο κραυγή που θα τους απελευθέρωνε από τις αναστολές τους και θα τους έδινε ώθηση να συνεχίσουν να μιλάνε και να κυνηγούν τα όνειρά τους.

Καθώς τσουλούσε όμως ο καιρός, όσοι στο διάβα τους το έβρισκαν, όλο και λιγότερο του μιλούσαν, άλλοτε όντας βιαστικοί και άλλοτε στις σκέψεις τους πνιγμένοι και βουβοί. Μέρα με την μέρα, μικροί και μεγάλοι, σταμάτησαν να επικοινωνούν με το Τούνελ και όταν πια κανένας περαστικός μαζί του δε μιλούσε θαρρείς πως μαζί σταμάτησαν ο ήλιος τα πρωινά να το ζεσταίνει και το φεγγάρι τα βράδια να το φωτίζει. Γκρίζο και σιωπηλό έστεκε μονάχο μεταξύ των δέντρων και τα πουλιά έπαψαν και αυτά φωλιές να φτιάχνουν στον ουρανό του. Το μόνο που ακουγόταν πλέον ήταν ο κρύος αέρας που σφύριζε στα μέσα του, στιφός σαν το γευόσουν, αποπνικτικός σαν τον μύριζες.

Τα χρόνια λοιπόν περνούσαν και το Τούνελ έστεκε τώρα αμίλητο, αφουγκραζόταν μονάχα την εκκωφαντική σιωπή των ανθρώπων, όχι αυτήν που τα χείλη κρατούσαν σφιχτά μα τη σιωπή των σκέψεων, την απώλεια ονείρων, το διάβα από το σήμερα στο αύριο χωρίς κουράγιο, χωρίς αισιοδοξία.    

Μια τυχαία μέρα, μπόρα έπιασε τρομερή και δυο πιτσιρικάδες με τα ποδήλατά τους καταφύγιο βρήκαν στο Τούνελ από κάτω, μέχρι η βροχή να σταματήσει.

 

-       Ξέρεις, ο ένας είπε στον άλλο, το Τούνελ αυτό κάποτε ήξερε να μιλάει.

-       Μην είσαι κουτός, ο άλλος αποκρίθηκε.

-       Αλήθεια σου λέω, υπάρχουν ιστορίες πολλές που αυτό μαρτυράνε.

-       Μα δεν γίνεται, τα τούνελ δε μιλάνε.

-       Κάτσε να δεις και θα στο αποδείξω. 

Βάζει λοιπόν χωρίς δεύτερη σκέψη μια φωνή και με όλη του τη δύναμη ξεστομίζει «Μ’ ακούς;». Ξάφνου ακούστηκε το Τούνελ να λέει και αυτό «Μ’ ακούς;»

-      Είδες; Απάντησε.

-      Μα είσαι πραγματικά ανόητος. Αυτό δεν ήταν το Τούνελ που μιλούσε, ήταν απλά ο αντίλαλός της φωνής σου.

-      Θέλω να γίνω αστροναύτης φώναξε ξανά ο άλλος χωρίς να χάνει την αισιοδοξία του και το Τούνελ ακούστηκε να λέει και αυτό, θέλω να γίνω αστροναύτης.

-      Μα γιατί επιμένεις;

-      Θέλω να ταξιδέψω σε όλο τον κόσμο φώναξε αυτή τη φορά… θέλω να ταξιδέψω σε όλο τον κόσμο.

-      Άμα συνεχίσεις μέσα στη βροχή θα φύγω και μόνο θα σε αφήσω, τι δεν καταλαβαίνεις; Αντίλαλος είναι.

-      Μήπως χάνεις το νόημα;

-      Τι εννοείς;

-     Άκου, δεν είναι αντίλαλος. Το Τούνελ μιλάει και επαναλαμβάνει τις δικές μας κουβέντες. Τις επαναλαμβάνει και κύματα τις κάνει στον αέρα, κάθε φορά που εδώ θα επιστρέφουμε ξανά να τις ακούμε, να μη ξεχάσουμε ποτέ αυτά που ονειρευτήκαμε να γίνουμε, αυτά που σαν παιδιά φωνάζουμε πως θέλουμε να ζήσουμε. Είναι όλα όσα θέλουμε να βρούμε στην άλλη άκρη όταν φτάσουμε.

Όταν η βροχή πια σταμάτησε οι πιτσιρικάδες έφυγαν τρεχάλα στα ποδήλατά τους επάνω. Το βραδινό φως του φεγγαριού πέφτοντας στις στάλες της βροχής που είχανε σωθεί στις άκρες του Τούνελ, χάρισε ξανά τη χαμένη του ζωντάνια. Από την επόμενη κιόλας μέρα ξεκίνησε και πάλι να μιλάει και έζησε αυτό καλά, εμείς καλύτερα για δύο στιγμές και τρία όνειρα θα κάνουμε να πάμε παραπέρα.


Photo credits: Γρηγόρης Ξένος - Greg Xenos

Graffiti artist: Unknown 


Τρίτη 28 Απριλίου 2020

Μετρώντας λάθος τη ζωή



«Πόσο να διαρκεί πραγματικά η ζωή;
Στο ξέφτισμα από το φως της λάμπας που έσβησες
θα προλάβεις να μετρήσεις τις κορυφές του βολφραμίου
ή θα πεθάνεις μετρώντας

Χαραμίζουμε τη ζωή μετρώντας λάθος πράγματα.

Έτσι και εγώ μέτραγα τις λέξεις μου και δεν έκανα φίλους, μόνο γνωστούς.

Δεν είναι εύκολο να είσαι αρεστός σε όλους μα δυστυχώς τα έχω καταφέρει αρκετά καλά. Πλέον, κάθε βράδυ καταριέμαι που δεν έβριζα περισσότερο τους ψεύτες και τους υποκριτές. Αυστηρός με τον εαυτό μου ήμουν, στα λάθη μου μόνο έβριζα και να που δεν είμαι πια αρεστός σ' αυτόν που στον καθρέφτη με κοιτάζει.

Πόσο λάθος να μετράς τα λάθη σου;

Απογοήτευση μόνιμη λες και γεννήθηκα για να αποδεικνύω κάθε μέρα πως οι άνθρωποι είναι καλοί. Μόνο χθες, σε τέσσερις ώρες μέσα, μέτρησα στο δρόμο δεκαεπτά κακούς και πέντε μαλάκες. Είκοσι δύο στο σύνολο σκέφτηκα αμέσως... πάλι έχασα.

Αποφάσισα να μείνω μόνος σε ένα στενό που δεν περνάνε άνθρωποι πολλοί. 
Να μην μπαίνω έτσι στον πειρασμό να τους μετρώ και να τους παίρνω μέτρα. Κουβέντα να μην αλλάζω με κανένα για να μην έχω να αποδείξω σε κάποιον την καλημέρα. 
Παρά ταύτα η αποϊδρυματοποίηση από την οικογένεια κρατά παραπάνω από την πρώτη μου χυλόπιτα. 
Εκλιπόντας παρακείμενος διαρκείας, μακρόσυρτη άρνηση που αρνείται να σκάσει πάνω σε μια κατάφαση, έστω και βίαια να σταματήσει να με στιγματίζει το γεγονός πως ήμουν τρόφιμος.

Πρέζα Κυριακάτικη ακόμα γυρεύω και σε τάπερ την βάζω κάβα για την βδομάδα που έρχεται.

Αν καταφέρω καμία Κυριακή να ξεφύγω θα είναι στο γήπεδο. 
Γλυκός και συμπαθής με τους ηλιόσπορους στο χέρι μα συμπαθάτε με, ρομαντισμό μόνο στις ήττες τις ομάδας μου βρίσκω πια, ρουφώντας μπάφο και καπνογόνα και τρώγοντας "βρώμικο" απ' έξω. Τουλάχιστον ξεχνώ για λίγο τις δικές μου ήττες.

Και από τις ήττες η πιο μεγάλη εκείνη πως πριν τα σαράντα μου νιώθω πως γέρασα αφού οι γέροι συνήθως είναι καλοσυνάτοι και σου λένε παραμύθια. 
Καλοσυνάτος από τα γεννοφάσκια μου λοιπόν παραμυθιάζομαι πως με λίγη ευγένεια παραπάνω θα κάνω τους κακούς από δεκαεπτά, δεκάξι.

Με ευγένεια με κάρφωσαν εντέλει. 
Συγκατάβαση κατακόρυφα και υποχωρητικότητα οριζοντίως. 
Σταυρό τις έκανα μα λύτρωση δεν είδα. 
Και αντί με αγκαλιά να βρέξουν το σφουγγάρι απλώς την πλάτη μου σκουντήξανε.

Μετά ήρθε για εμένα ο Γολγοθάς μα τα σημάδια μου δεν ήταν εμφανή και ποιος να με πιστέψει. 
Τον τελευταίο καιρό, στα μπαρ σαν πίνω μόνος μου, μονάχα άπιστα γκαρσόνια με σερβίρουν που ούτε και αυτά πιστεύουν πως σκέτο πίνω το ποτό μου και πως δεν έχω φίλους, μόνο γνωστούς
.
Τουλάχιστον μέτρησα σωστά τα ρέστα και είμαι σίγουρος πως άλλο αδερφό δεν έχω.



Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικώς στη σελίδα "σινιάλο" στον παρακάτω σύνδεσμο: https://cignialo.gr/metrontas-lathos-ti-zoi/

Photo credits: Γρηγόρης Ξένος - Greg Xenos

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Πες μου κάτι αισιόδοξο


Πες μου κάτι αισιόδοξο - Pes mou kati aisiodoxo


- Πες μου κάτι αισιόδοξο.
- Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα πεθάνουμε.
- Και που είναι η αισιοδοξία σε αυτό;
- Τι εννοείς;
- Που βρίσκεις το αισιόδοξο στον θάνατο;
- Στον θάνατο δε ξέρω αλλά όταν είμαι σίγουρος για κάτι, είμαι πιο αισιόδοξος.

Το τέλος και η αρχή είναι με απόλυτη βεβαιότητα, τα μόνα που ξέρουμε για τη ζωή μας. Για τα υπόλοιπα απλώς αγωνιζόμαστε να εξασφαλίσουμε τη μεγαλύτερη δυνατή σιγουριά στο αποτέλεσμα. Είτε αυτά είναι λάθος είτε σωστά, όταν γνωρίζουμε την πιθανότερη κατάληξη τους, το αύριο είναι πάντα αρκετά πιο καθαρό, ασχέτως αν από τα λάθη μας πληγώνουμε ή πληγωνόμαστε. 
Αν μπορέσουμε να αφαιρέσουμε για λίγο τα συναισθήματα που μας δημιουργούνται από τις άσχημες καταστάσεις, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ότι για αυτά που ξέρουμε ότι θα έρθουν, ίσως είναι πιο εύκολο να τα ξεπεράσουμε. 
Φυσικά, το ίσως, πάντα θα υπάρχει στην εξίσωση, καθώς ο άνθρωπος απρόβλεπτα πορεύεται στον κόσμο τούτο.

Εύκολο δεν είναι σίγουρα, ούτε το να συμφιλιωθείς με το θάνατο ούτε κάθε πρωί να είσαι αισιόδοξος. Από την άλλη, αισιόδοξος ή μη, ο καθένας μας καθημερινά  βιώνει και αναπλάθει τις μορφές του θανάτου διαφορετικά σε σχέση με το περιβάλλον του. 
Το θέμα τελικά όμως, δεν είναι πόσο αισιόδοξα αντιμετωπίζουμε το θάνατο.  Το θέμα είναι πως αποφασίζουμε να ζούμε μέχρι τότε. 
Η οπτική του καθενός προφανώς και πάλι είναι διαφορετική σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας. Από τις πιο μικρές στιγμές μας ανάμεσα σε δυο αναπνοές μέχρι εκείνες στις ατελείωτες ώρες αναμονής στην ουρά της εφορίας οι άνθρωποι ζούμε διαφορετικά. Διαφέρουμε και στα πιο ασήμαντα, όπως η τοποθέτηση ενός συρραπτικού, μέχρι στα πιο σημαντικά, όπως στο αν θέλουμε οι ίδιοι να είμαστε άλλη μια κόλα χαρτί από το σορό ή ακόμα ακόμα, αν θέλουμε να «συρραφθούμε» με κάποιον άλλον.

Έτσι είναι και η μοναξιά.

Ο καθένας μας αλλιώς τη βιώνει και την αντιμετωπίζει. Για εσένα μπορεί να είναι μια μορφή θανάτου. 
Για κάποιον άλλον είναι απλώς η άρνηση να «τρυπήσει» ένα κομμάτι της ζωής του για να μπορέσει να επισυναφθεί και να προσαρτηθεί στο κομμάτι της ζωής κάποιου τρίτου. 
Ας πούμε ότι από τη δική τους οπτική γωνιά, η λύση της μοναξιάς τους είναι να δημιουργήσουν ένα ζωντανό Οριγκάμι παρά απλώς να καρφιτσωθούν μαζί με κάποιον.  

- Ακόμα δεν καταλαβαίνω.
- Πώς να στο πω; Σκέψου εκείνες τις καραμέλες γάλακτος που αφήνω στο γραφείο σου τα πρωινά.
- Ναι;
- Εσύ τις ξετυλίγεις σιγά σιγά και της μασουλάς για ώρα ενώ εγώ τις ανοίγω με
ορμή και τις τρώω σχεδόν αμάσητες. Στο τέλος και οι δύο τις απολαύσαμε με τον τρόπος μας.
- Όντως.
- Κάπως έτσι για εμένα είναι ζωή. Με τα όμορφα και τα άσχημα της, κάποια στιγμή θα τελειώσει. Μέχρι τότε θα ήθελα όσο μπορώ να την απολαύσω με τον τρόπο μου.





Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικώς στη σελίδα "σινιάλο" στον παρακάτω σύνδεσμο: https://cignialo.gr/pes-mou-kati-aisiodokso/

Photo credits: Θανάσης Ξένος - Thanasis Xenos 




Δημοφιλή

Μια σκέψη έντονη...

Συγνώμη και Ευχαριστώ!

Νομοτελειακά όσο μεγαλώνεις δυσκολεύεσαι να αλλάξεις νοοτροπία στο πως αντιμετωπίζεις μικρές και μεγάλες καταστάσεις στη ζωή. ...